Η κοινωνική συνοχή

Αυτές τις μέρες υπάρχει αρκετός κόσμος στο δρόμο. Ίσως επειδή οι άνθρωποι έχουν λιγότερες ευκαιρίες να βγουν από το σπίτι για την εργασία τους, ή για να πάνε στο σουπερμάρκετ ή για να κάνουν κάποια άλλη δουλειά. Οπότε νιώθουν την ανάγκη το απόγευμα να πάνε μια βόλτα στη γειτονιά, και να απολαύσουν τον ανοιξιάτικο ήλιο. Την ήπια θερμοκρασία των 18-19 βαθμών που γίνεται πιο απολαυστική με τις ηλιαχτίδες που ποτίζουν με φως τη φύση που ξεπροβάλει μετά το χειμώνα. Τους βλέπεις συνήθως σε ζευγάρια, κυρίως οι ηλικιωμένοι. Και μόνοι τους οι νεότεροι, που τρέχουν ή κάνουν ποδήλατο. Ή απλά περπατάνε. Τους βλέπεις καλοδιάθετους, να αλλάζουν πεζοδρόμιο για να τηρήσουν τους κανόνες του social distancing. Κάθε ένας από μας, ένας δυνητικός infected, έτοιμος να σπείρει αρρώστια και πιθανότατα θάνατο, αν έρθει σε λάθος επαφή με τον λάθος άνθρωπο. Αλλά κάνοντας μια βόλτα, και βλέποντας όλους τους άλλους να κάνουν το ίδιο, δεν νιώθεις τον διαχωρισμό ανάμεσα σε σένα τον απειλούμενο και τους άλλους, τις απειλές. Ίσως επειδή όλοι ζούμε με τους ίδιους κανόνες, όλοι ακολουθούμε τη κοινή λογική, αλλά κυρίως ίσως επειδή υπάρχει μια πεποίθηση ότι ως κοινωνία αντιμετωπίζουμε όλα τα προβλήματα με μια σχετική ισότητα. Ότι όλοι εδώ γύρω είμαστε λίγο πολύ το ίδιο απειλητικοί και απειλούμενοι. Αλλά δεν είναι η απειλή του ιού που μας εξισώνει. Η ισότητα προϋπήρχε της απειλής.

Τα χριστούγεννα ήμουν στην Νέα Υόρκη, σε ένα Taco Bell. Περιμένοντας στο τραπέζι, ήρθε ένας μαύρος και μου ζήτησε ένα δολάριο. Η επίκτητη αντίδραση, μαθημένη ζώντας στην Αθήνα και στο Λονδίνο, ήταν να τον διώξω. Δεν αναρωτήθηκα καν τι σημαίνει ένα δολάριο για μένα. Και αφού έφυγε αναρωτήθηκα γιατί ήταν καλοντυμένος. Δεν πήγε μακριά, μέχρι τα σκουπίδια δυο βήματα πιο πέρα. Και άρχισε να τρώει από αυτά τα φαγητά που είχαν πετάξει οι θαμώνες του καταστήματος. Τις επόμενες μέρες αναπόλησα το γεγονός και αποφάσισα οριστικά ότι θα μου ήταν πολύ δύσκολο να ζήσω σε μια κοινωνία που έχεις τόσες πολλές ανισότητες. Αυτό δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τον καπιταλισμό, μιας και οι ανισότητες αυτές μπορούν να προκληθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, και συνήθως προκαλούνται σε καθεστώτα και κοινωνίες που υποφέρουν από έλλειψη δημοκρατίας, και των οποίων το οικονομικό σύστημα μικρή σχέση έχει με τον καπιταλισμό. Η πρωτοτυπία του δημοκρατικού καπιταλισμού είναι ότι έρχεται πακέτο με την ανοχή της πλειοψηφίας στην ανέχεια της μειοψηφίας. Αλλά δεν ξέρω πόσο μεγάλη σημασία παίζει το πως, όταν η ίδια κατάσταση μπορεί να προκληθεί από πολλές διαφορετικές και ετερόκλητες αποφάσεις.

Η ιδέα που κλείδωσε στο μυαλό μου είναι ότι δεν επιθυμώ να έχω ένα οικονομικό ή πολιτιστικό επίπεδο που είναι πολύ πιο πάνω (ή πιο κάτω) από την κοινωνία στην οποία ζω. Αυτό δεν σημαίνει ότι γυρνάω την πλάτη μου στην οικονομική επιτυχία, ούτε και σε συγκεκριμένες πολιτιστικές προτιμήσεις που μπορεί να με κάνουν να ξεχωρίσω από το μέσο όρο. Σημαίνει ότι θα διαλέξω την κοινωνία που θα ζήσω ώστε να ταιριάξει στο δικό μου επίπεδο. Και σημαίνει επίσης πως αποδέχομαι ότι είναι απολύτως λογικό να φροντίζουν οι αόρατες δυνάμεις της πολιτικής και της οικονομίας ώστε οι αποστάσεις που μας χωρίζουν να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρές γίνεται*. Αυτό είναι μια απόφαση που ουσιαστικά λέει ότι επιθυμώ να ζήσω παρέα με την ανθρωπότητα και ως κομμάτι αυτής. Ότι δεν υπάρχει κανένας φράχτης αρκετά ψηλός (υλικός ή άυλος) που να μπορεί να διαχωρίσει την (έστω) ευημερούσα πλειοψηφία από την μειοψηφία που δεινοπαθεί, χωρίς να εγείρει ερωτήματα για το αν η ανέχεια συνανθρώπων μου είναι πραγματικά απαραίτητο κακό για την ευμάρεια των πολλών. Πιστεύω ότι δεν είναι.

Ο ιός έκανε αυτή την ιδέα ακόμα πιο έντονη. Γιατί φυσικά δεν είναι “the great equalizer”, και γι’ αυτό αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα νοσοκομεία διαφόρων περιοχών της Νέας Υόρκης, πλουσίων και μη. Αλλά έδειξε όμως ποιος είναι ο πραγματικός τρόπος που βλέπει κάθε κοινωνία τον εαυτό της. Στις κοινωνίες με σημαντικές ανισότητες, κάθε μέλος της βλέπει τους άλλους ως μια πιθανή απειλή. Αν κάποιος φτερνιστεί μπορεί να είναι άρρωστος με τον ιό, γιατί δεν εμπιστεύεσαι πως όλοι γνωρίζουν ότι αν είσαι άρρωστος πρέπει να κάτσεις σπίτι. Κοιτάς καχύποπτα τους άλλους στο δρόμο γιατί φοβάσαι ότι δεν γνωρίζουν ή δεν ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν τους κανόνες του social distancing. Και αγοράζεις όλο το κολόχαρτο από το σουπερμάρκετ γιατί φοβάσαι ότι θα κάνουν κι οι άλλοι το ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, η οικονομική και, ίσως κυρίως, η πολιτιστική ανισότητα έχουν ως αποτέλεσμα ότι πολλές κοινωνίες δεν είναι μια γροθιά που προσπαθεί να νικήσει έναν κοινό εχθρό, αλλά ένα σύνολο μονάδων, όπου ο καθένας έχει διαφορετικές δυνατότητες, ανησυχίες και επιδιώξεις. Που ουσιαστικά δεν είναι πραγματικές κοινωνίες, αλλά μίγμα ανθρώπων με σημαντικές ανισότητες που συνυπάρχουν με μια σχετική ηρεμία όσο η περίοδος των παχιών αγελάδων διαρκεί. Και που μπροστά στην πρώτη σημαντική αναταραχή καταρρέει και γυρνάει σε αυτό που εξ’ αρχής ήταν. Ένα σύνολο ανθρώπων όπου καθένας πολεμά για το προσωπικό του συμφέρον, ενάντια στο συμφέρον των άλλων, χρησιμοποιώντας τα άνισα μέσα που διαθέτει.

* Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να καταντήσουμε να μην έχει κανείς τίποτα και να θέλει να το μοιραστεί με όλο τον κόσμο.