Η κοινωνική συνοχή

Αυτές τις μέρες υπάρχει αρκετός κόσμος στο δρόμο. Ίσως επειδή οι άνθρωποι έχουν λιγότερες ευκαιρίες να βγουν από το σπίτι για την εργασία τους, ή για να πάνε στο σουπερμάρκετ ή για να κάνουν κάποια άλλη δουλειά. Οπότε νιώθουν την ανάγκη το απόγευμα να πάνε μια βόλτα στη γειτονιά, και να απολαύσουν τον ανοιξιάτικο ήλιο. Την ήπια θερμοκρασία των 18-19 βαθμών που γίνεται πιο απολαυστική με τις ηλιαχτίδες που ποτίζουν με φως τη φύση που ξεπροβάλει μετά το χειμώνα. Τους βλέπεις συνήθως σε ζευγάρια, κυρίως οι ηλικιωμένοι. Και μόνοι τους οι νεότεροι, που τρέχουν ή κάνουν ποδήλατο. Ή απλά περπατάνε. Τους βλέπεις καλοδιάθετους, να αλλάζουν πεζοδρόμιο για να τηρήσουν τους κανόνες του social distancing. Κάθε ένας από μας, ένας δυνητικός infected, έτοιμος να σπείρει αρρώστια και πιθανότατα θάνατο, αν έρθει σε λάθος επαφή με τον λάθος άνθρωπο. Αλλά κάνοντας μια βόλτα, και βλέποντας όλους τους άλλους να κάνουν το ίδιο, δεν νιώθεις τον διαχωρισμό ανάμεσα σε σένα τον απειλούμενο και τους άλλους, τις απειλές. Ίσως επειδή όλοι ζούμε με τους ίδιους κανόνες, όλοι ακολουθούμε τη κοινή λογική, αλλά κυρίως ίσως επειδή υπάρχει μια πεποίθηση ότι ως κοινωνία αντιμετωπίζουμε όλα τα προβλήματα με μια σχετική ισότητα. Ότι όλοι εδώ γύρω είμαστε λίγο πολύ το ίδιο απειλητικοί και απειλούμενοι. Αλλά δεν είναι η απειλή του ιού που μας εξισώνει. Η ισότητα προϋπήρχε της απειλής.

Τα χριστούγεννα ήμουν στην Νέα Υόρκη, σε ένα Taco Bell. Περιμένοντας στο τραπέζι, ήρθε ένας μαύρος και μου ζήτησε ένα δολάριο. Η επίκτητη αντίδραση, μαθημένη ζώντας στην Αθήνα και στο Λονδίνο, ήταν να τον διώξω. Δεν αναρωτήθηκα καν τι σημαίνει ένα δολάριο για μένα. Και αφού έφυγε αναρωτήθηκα γιατί ήταν καλοντυμένος. Δεν πήγε μακριά, μέχρι τα σκουπίδια δυο βήματα πιο πέρα. Και άρχισε να τρώει από αυτά τα φαγητά που είχαν πετάξει οι θαμώνες του καταστήματος. Τις επόμενες μέρες αναπόλησα το γεγονός και αποφάσισα οριστικά ότι θα μου ήταν πολύ δύσκολο να ζήσω σε μια κοινωνία που έχεις τόσες πολλές ανισότητες. Αυτό δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τον καπιταλισμό, μιας και οι ανισότητες αυτές μπορούν να προκληθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, και συνήθως προκαλούνται σε καθεστώτα και κοινωνίες που υποφέρουν από έλλειψη δημοκρατίας, και των οποίων το οικονομικό σύστημα μικρή σχέση έχει με τον καπιταλισμό. Η πρωτοτυπία του δημοκρατικού καπιταλισμού είναι ότι έρχεται πακέτο με την ανοχή της πλειοψηφίας στην ανέχεια της μειοψηφίας. Αλλά δεν ξέρω πόσο μεγάλη σημασία παίζει το πως, όταν η ίδια κατάσταση μπορεί να προκληθεί από πολλές διαφορετικές και ετερόκλητες αποφάσεις.

Η ιδέα που κλείδωσε στο μυαλό μου είναι ότι δεν επιθυμώ να έχω ένα οικονομικό ή πολιτιστικό επίπεδο που είναι πολύ πιο πάνω (ή πιο κάτω) από την κοινωνία στην οποία ζω. Αυτό δεν σημαίνει ότι γυρνάω την πλάτη μου στην οικονομική επιτυχία, ούτε και σε συγκεκριμένες πολιτιστικές προτιμήσεις που μπορεί να με κάνουν να ξεχωρίσω από το μέσο όρο. Σημαίνει ότι θα διαλέξω την κοινωνία που θα ζήσω ώστε να ταιριάξει στο δικό μου επίπεδο. Και σημαίνει επίσης πως αποδέχομαι ότι είναι απολύτως λογικό να φροντίζουν οι αόρατες δυνάμεις της πολιτικής και της οικονομίας ώστε οι αποστάσεις που μας χωρίζουν να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρές γίνεται*. Αυτό είναι μια απόφαση που ουσιαστικά λέει ότι επιθυμώ να ζήσω παρέα με την ανθρωπότητα και ως κομμάτι αυτής. Ότι δεν υπάρχει κανένας φράχτης αρκετά ψηλός (υλικός ή άυλος) που να μπορεί να διαχωρίσει την (έστω) ευημερούσα πλειοψηφία από την μειοψηφία που δεινοπαθεί, χωρίς να εγείρει ερωτήματα για το αν η ανέχεια συνανθρώπων μου είναι πραγματικά απαραίτητο κακό για την ευμάρεια των πολλών. Πιστεύω ότι δεν είναι.

Ο ιός έκανε αυτή την ιδέα ακόμα πιο έντονη. Γιατί φυσικά δεν είναι “the great equalizer”, και γι’ αυτό αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα νοσοκομεία διαφόρων περιοχών της Νέας Υόρκης, πλουσίων και μη. Αλλά έδειξε όμως ποιος είναι ο πραγματικός τρόπος που βλέπει κάθε κοινωνία τον εαυτό της. Στις κοινωνίες με σημαντικές ανισότητες, κάθε μέλος της βλέπει τους άλλους ως μια πιθανή απειλή. Αν κάποιος φτερνιστεί μπορεί να είναι άρρωστος με τον ιό, γιατί δεν εμπιστεύεσαι πως όλοι γνωρίζουν ότι αν είσαι άρρωστος πρέπει να κάτσεις σπίτι. Κοιτάς καχύποπτα τους άλλους στο δρόμο γιατί φοβάσαι ότι δεν γνωρίζουν ή δεν ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν τους κανόνες του social distancing. Και αγοράζεις όλο το κολόχαρτο από το σουπερμάρκετ γιατί φοβάσαι ότι θα κάνουν κι οι άλλοι το ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, η οικονομική και, ίσως κυρίως, η πολιτιστική ανισότητα έχουν ως αποτέλεσμα ότι πολλές κοινωνίες δεν είναι μια γροθιά που προσπαθεί να νικήσει έναν κοινό εχθρό, αλλά ένα σύνολο μονάδων, όπου ο καθένας έχει διαφορετικές δυνατότητες, ανησυχίες και επιδιώξεις. Που ουσιαστικά δεν είναι πραγματικές κοινωνίες, αλλά μίγμα ανθρώπων με σημαντικές ανισότητες που συνυπάρχουν με μια σχετική ηρεμία όσο η περίοδος των παχιών αγελάδων διαρκεί. Και που μπροστά στην πρώτη σημαντική αναταραχή καταρρέει και γυρνάει σε αυτό που εξ’ αρχής ήταν. Ένα σύνολο ανθρώπων όπου καθένας πολεμά για το προσωπικό του συμφέρον, ενάντια στο συμφέρον των άλλων, χρησιμοποιώντας τα άνισα μέσα που διαθέτει.

* Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να καταντήσουμε να μην έχει κανείς τίποτα και να θέλει να το μοιραστεί με όλο τον κόσμο.

Η μέρα που δεν τελείωνε

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα το πρωί ξυπνήσαμε στις 9 η ώρα… 

(Η proof reader Σταυρούλα μου επισημαίνει ότι αυτή ξύπνησε στις 8, κι εγώ ξύπνησα 9.15. Οπότε, I revise:)

Σήμερα το πρωί ξυπνήσαμε περίπου στις 9 η ώρα. Ήταν η τελευταία μέρα του ταξιδιού μας στην Νέα Υόρκη, και η αρρώστια που με είχε χτυπήσει σχετικά ελαφρά, χθες το βράδυ μου ‘δωσε να καταλάβω. Ξύπνησα στις 5 και δεν ξανακοιμήθηκα μέχρι τις 7, πράγμα που σίγουρα δεν θα βοηθούσε στο υπόλοιπο της ημέρας. Φτιάξαμε τις βαλίτσες και προσπάθησα να καταφέρω να είναι και οι δύο κάτω από το όριο των 23ων κιλών της British Airways, αλλά χωρίς ζυγαριά ήταν δύσκολο. Κάλεσα την reception μπας και υπήρχε ζυγαριά. Μου είπαν ότι έχουν και θα μου τη φέρουν. Μετά με πήραν και μου είπαν ότι δεν την βρίσκουν. Και μετά με ξαναπήραν και μου είπαν ότι την βρήκαν και την φέρνουν. Με πολλές τράμπες ανάμεσα στις 2 βαλίτσες (από την βαρύτερη στην ελαφρύτερη, δεν είμαι πόντιος να τα πηγαίνω πέρα δώθε), και αναγκαζόμενος να πετάξω το σχεδόν ένα κιλό σαμπουαν, αφρόλουτρα και conditioner που είχα βουτήξει από το ξενοδοχείο, έβγαλα τη μια 20 κιλά και την άλλη 23.2. Δεν μπορούσα να κάνω άλλη μετάγγιση μιας και η μικρότερη βαλίτσα έκλεινε μόνο με εμένα να χοροπηδάω πάνω της, και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές ακόμα δεν είμαι σίγουρος αν θα φτάσει Λουξεμβούργο ή αν θα έχει εκραγεί κάπου στο JFK. Φαντάζομαι κάποιον άμοιρο αχθοφόρο να έχει μαγνητάκι ψυγείου καρφωμένο ως αστεράκι νίντζα στην καρωτίδα κι εμάς να τρέχουμε στα δικαστήρια. Έκανα ένα τελευταίο απολαυστικο μπλουμ στο ντους και έχοντας χωρίσει στρατηγικά τα πράγματα ανάμεσα στις βαλίτσες (δεν θα τα χρειαστούμε μέχρι το Λουξεμβούργο), το backpack (δεν θα τα χρειαστούμε μέχρι τις πτήσεις) και τις τσέπες μου, κάναμε check out και δώσαμε τις αποσκευές για φύλαξη στο ξενοδοχείο.

Μπορεί να ήταν η τελευταία μέρα, να ήμουν ελαφρά άρρωστος και λίγο άυπνος, και να τα έχουμε φτύσει μετά από μια εβδομάδα διακοπών με πολύ περπάτημα (η καλύτερη μέρα έφτασε τα 26000 βήματα), αλλά είχαμε άλλη μια ολόκληρη μέρα πριν φύγουμε από την Νέα Υόρκη, και δεν πρόκειται να μην την απολαύσουμε. 

Ίσως το “απόλαυση” να είναι βαρύ…

Να την ζήσουμε. Δεν πρόκειται να μην την ζήσουμε.

Φύγαμε από το ξενοδοχείο και περπατήσαμε την 44th West Street κατευθείαν προς το Shake Shack. Το Katz’s Deli που ήταν αρχικά στο πρόγραμμα ατύχησε, μια άλλη φορά. Λιγουρεύομασταν τα burgerάκια του Shake Shack και τις crinkly πατατουλίτσες® τους. Δυστυχώς, το ίδιο φαίνεται ότι έκανε κι η μισή Νέα Υόρκη. Το μέρος ήταν τίγκα, παρ’ όλο που ήταν μόλις 12. Η Σταυρούλα έφυγε σε αναζήτηση τραπεζιού, και εγώ περίμενα την παραγγελία. Μου είχαν δώσει ένα buzzer το οποίο κάποια στιγμή άρχισε να δονείται (duh!) χωρίς όμως να φαίνεται η παραγγελία μου πουθενά. Όταν μετά από λίγη ώρα η παραγγελία ήταν όντως έτοιμη το buzzer δεν φάνηκε να έχει την ίδια διάθεση και παρέμεινε σιωπηλό. Πήρα την παραγγελία to go, έχοντας το Central Park ως backup σε περίπτωση που δεν βρίσκαμε τραπέζι, αλλά σύντομα είδα τη Σταυρούλα με το χαμόγελο της επιτυχίας, στρογγυλοκαθιστή σε ένα τραπέζι. Κι έτσι, φάγαμε καθιστοί, στα ζεστά.

Τελειώσαμε το φαγητό και είπαμε να πάμε με τα πόδια στην Wall Street, την οποία δεν είχαμε δει καθόλου κατα το ταξίδι. Μιάμιση ώρα περπάτημα, αλλά σε μια μέρα που δεν είχαμε ούτως ή άλλως κανονίσει κάτι ιδιαίτερο. Μετά η Σταυρούλα άρχισε να σχολιάζει ότι κρυώνει. Και μετά ότι κρυώνει πολύ. Και μετά ακόμα περισσότερο. Ο λόγος ήταν ότι δεν είχε φορέσει το custom ισοθερμικό της, και η θερμοκρασία ήταν πιο χαμηλή απ’ ότι περιμέναμε. Οπότε αντί να πάμε downtown, ξεκινήσαμε προς uptown, προς το κατάστημα της Patagonia στο οποίο είχαμε ξαναπάει στην αρχή του ταξιδιού, κατά την οποία επίσκεψη είχα αγοράσει εγώ το ισοθερμικό μου το οποίο με περηφάνια ζέσταινε τα μπουτάκια μου. Δεν μας χάλασε, περπατήσαμε την 8th Avenue η οποία περνάει δίπλα ακριβώς από την δυτική πλευρά του Central Park, το οποίο είναι πάντα ευχάριστο. Η Σταυρούλα θυμήθηκε κάτι σχετικά με την ανθρωπολογία, την εξέλιξη του ανθρώπου, τις διαφορετικές φυλές, πως τέτοιου είδους έρευνα μπορεί να δώσει (λανθασμένα) τροφή σε ρατσιστές, και το πόσο ενδιαφέρον είναι να είσαι ανθρωπολόγος. Πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με εξαίρεση το τελευταίο: νομίζω το να είσαι ανθρωπολόγος φαίνεται εντυπωσιακά βαρετό. Ευτυχώς υπάρχουν πολλοί που διαφωνούν με μένα, διαφορετικά οι γνώσεις μας για την εξέλιξη του ανθρώπου θα συνοψίζονταν στο “κάτι παίχτηκε αλλά δεν είμαστε σίγουροι τι ήταν”. Φτάσαμε στην Patagonia και η Σταυρούλα δοκίμασε τα ισοθερμικά. Παρ’ όλο που το δικό μου ήταν stretchy και άνετο και μου επέτρεπε να δώσω κλωτσιά καρατερίστικη πάνω από το κεφάλι του αντιπάλου (αν κάτι τέτοιο χρειαστεί, κι αν μπορούσα να σηκώσω το πόδι μου αρκετά ψηλά ώστε να δέσω τα κορδόνια μου), της Σταυρούλας ήταν πολύ σφιχτό και άβολο. Αλλά στο μεταξύ με το περπάτημα είχαμε ζεσταθεί οπότε δεν ήταν πλέον απαραίτητο. Χαιρετήσαμε τους συμπαθείς εργαζόμενους και κατευθυνθήκαμε νότια, προς την Wall Street.

Δεν είχα πιει καφέ και η επόμενη στάση έπρεπε να είναι γι’ αυτό. Κατηφορίζαμε την 9η λεωφόρο η οποία δεν ήταν αρκετά cool, οπότε είπαμε να πάμε να περπατήσουμε πάλι την 8η. Τελείως τυχαία πέσαμε πάνω στο Patsy’s (στο οποίο δυστυχώς δεν είχαμε πάει). Διασκέδασα λίγο στο μυαλό μου την πιθανότητα να τσιμπήσω κάτι, αλλά το burgerάκι ήταν ακόμα ζωηρό στο στομάχι μου. Googlαρα το κοντινότερο Starbucks και όταν πλησίασα στο ταμείο ρώτησα αν αυτή είναι η ουρά για τον καφέ. Μου είπαν ότι είναι για την τουαλέτα. Οπότε πήρα καφέ. Και μετά πήγα στην ουρά για τη τουαλέτα. Όποτε ερχόταν νέος πελάτης με ρωτούσε αν είναι η ουρά για τον καφέ. Κι εγώ με τη σειρά μου έδινα την σωστή πληροφορία. Ένιωθα κομμάτι της αλυσίδας ενός time-honored tradition. Το οποίο είχε διάρκεια ίσα με 8-9 λεπτά. Καθίσαμε λίγο να ξεκουραστούμε και ξαναπήραμε τον δρόμο.

Πάνω που είχα πιει σχεδόν όλο τον καφέ και μετά από κάνα μισάωρο αρχίσαμε να βλέπουμε διάφορα παραδοσιακά αμερικανικά fast-foodάδικα που δεν είχα δοκιμάσει. Ένα Arby’s, ένα Wendy’s. Αυτό που με κέρδισε ήταν το Taco Bell! Πέταξα τον καφέ και μπήκαμε μέσα. Διάλεξα ένα τυχαίο menu item που περιείχε κάνα 2 tacos και ένα burrito. Πήρα και μια μπύρα και μια κοακόλα® για την Σταυρούλα. Περίμενα να παραλάβω την παραγγελία και ήξερα ότι πλησιάζει η ώρα όταν άκουσα τους υπαλλήλους να μουρμουρίζουν μεταξύ τους το όνομά μου. Μου έδωσαν τον δίσκο χωρίς τα υγρά κομμάτια της παραγγελίας, και χρειάστηκε η παρέμβαση του manager για να πάρω την μπύρα και το ποτήρι για την κοακόλα. Δυστυχώς δεν είχαν Dos Equis (που ήθελα να δοκιμάσω) οπότε απλά έδειξα σε μια τυχαία, που τελικά δεν ήταν κακή. Στο ενδιάμεσο η Σταυρούλα είχε πάλι τη αποστολή να βρει τραπέζι, και απ’ ότι φαίνεται αποφάσισε να παίξει μια εκδοχή των μουσικών καρεκλών, αλλά με τραπέζια. Κάθε φορά που κοιτούσα προς το μέρος της, καθόταν σε διαφορετικό τραπέζι, αλλά κάθε φορά ήταν upgrade από το προηγούμενο. Στην αρχή η μόνη ελεύθερη θέση ήταν δίπλα σε έναν creepy dude που φόρτιζε το κινητό του, δεν είχε φαγητό, και κοιτούσε επίμονα πάνω από το κινητό στον τοίχο απέναντι. Τελικά η Σταυρούλα έκατσε απέναντι από μια παχουλούλα μαύρη, που μιλούσε ακατάπαυστα στο κινητό της. Μετά έκατσε σε ένα μικρό μεν τραπεζάκι στο οποίο ήταν όμως μόνη της. Και τελικά βρήκε ένα κανονικό, full size, που θα είχαμε όλο για μας. Το soft-shell taco γαμούσε! Το crispy ήταν η κλασική προβληματική περίπτωση, που το δαγκώνεις και παρακολουθείς τα κομμάτια να πέφτουν στο πάτωμα. Το burrito ήταν τόσο υγρό (λόγω των φασολιών) που ήμουν σίγουρος ότι αν το δάγκωνα αρκετά απότομα, θα έτρωγε κι η Σταυρούλα λίγο άθελά της. All-in-all not bad, αλλά καλό δεν το λες. Εκτός από το soft-shell taco. Καθώς έτρωγα και η Σταυρούλα έψαχνε τρόπο να μπει στην τουαλέτα, για να ανακαλύψει μετά ότι μπορεί, αλλά δεν θέλει να μπει σε ΑΥΤΗ την τουαλέτα, μου μίλησε ένας τύπος και μου ζήτησε ένα δολάριο. Του είπα δεν έχω. Και μετά πήγε εκεί που πετάει ο κόσμος τα αποφάγια, κι άρχισε να τρώει από τα σκουπίδια. Σκυλομετάνιωσα που δεν του έδωσα λεφτά. Ή που δεν του πήρα κάτι να φάει. Και σκέφτηκα για άλλη μια φορά ότι εγώ δεν μπορώ να ζήσω σε αυτή τη πόλη (/χώρα;).

Φύγαμε και συνεχίσαμε την wannabe βόλτα προς την Wall Street. Σε μια γωνία το μάτι μου πήρε ένα Amazon Books. Η Amazon έχει ανοίξει μερικά brick and mortar βιβλιοπωλεία, και μετά από το Amazon Groceries, στο οποίο δεν έχει ταμεία αλλά άπειρες κάμερες που σκανάρουν τα barcodes και σε χρεώνουν αυτόματα, ήθελα να το τσεκάρω. Ήταν λίγο ξενερουά, γιατί ήταν απλά τα top10 του Amazon σε βιβλία και συσκευές. Αλλά τα βιβλιοπωλεία είναι πάντα ευχάριστα μέρη, οπότε φάγαμε λίγο χρόνο. 

Συνεχίζοντας τη βόλτα προς τα νότια, φτάσαμε στο Flatiron και στο Union Park. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι και χαζεύαμε τους σκίουρους. Και ένα αρχίδι που είχε φέρει το σκυλί του που κυνηγούσε τους σκίουρους, κι αυτός γελούσε. Δεν φαινόταν να έχει πιθανότητα να πιάσει κάποιον, αλλά δεν νομίζω ότι οι σκίουροι είχαν όρεξη να ζουν επικινδύνως και να τρέχουν για τη ζωή τους απογευματιάτικα. Καθίσαμε αρκετή ώρα, απολαμβάνοντας μία από τις ελάχιστες ήσυχες στιγμές στην Νέα Υόρκη. Αν και όπως σωστά επισήμανε η Σταυρούλα, ακόμα και σε αυτή την ησυχία άκουγες αρκετές σειρήνες, φωνές, αυτοκίνητα. Δεν υπάρχει πραγματική ησυχία στην Νέα Υόρκη. Η ώρα είχε πάει 5, και η Wall Street ήταν άπιαστο όνειρο. Είχαμε ήδη περάσει κάμποσες ώρες με βόλτες, και η μέρα μας δεν πλησίαζε στο να τελειώσει. Γυρίσαμε για το ξενοδοχείο.

Πήγαμε τουαλέτα (όταν ταξιδεύεις ο κανόνας για μένα είναι ότι, αν δεις τουαλέτα, χρησιμοποίησέ την – δεν χάνεις τίποτα, και δεν ξέρεις πότε θα την χρειαστείς και δεν θα την έχεις). Ένας πολύ ευγενικός bellman μας τα έφερε, και μας κάλεσε ταξί. Τα έβαλε μέσα και δεν με άφησε καν να κλείσω την πόρτα. Ήθελα να του δώσω tip αλλά είχα μόνο 20αρικά. Ντράπηκα πολύ να μην του δώσω κάτι, οπότε πήρε ένα φιλοδώρημα μάλλον μεγαλύτερο από αυτό που περίμενε. Και μην όντας συνηθισμένος στο tipping, έγινε μια awkward ανταλλαγή όπου αυτός πήγε να μου σφίξει το χέρι ενώ εγώ απλά ήθελα να του δώσω το χαρτονόμισμα. Queue ανάλογη σκηνή με Chandler από Friends. Η διαδρομή για το JFK είναι μια ώρα, με φυσιολογική κίνηση. Ο μεξικανός(;) οδηγός, ίσως επειδή μας είδε λευκούς, έβαλε κάτι χριστιανικά να παίζουν. Ίσως να του άρεσαν…

Η proof reader Σταυρούλα με πληροφορεί ότι ο τύπος ήταν μαύρος, κι εγώ γκαβός. Ok, strike comment περί χριστιανισμού.

Φτάσαμε στην ώρα μας και πήγαμε στο check-in.

Είμαστε bronze στην BA, οπότε πήγαμε στο business check-in, το οποίο δεν έχει ψυχή. Βάζω την μικρή βαλίτσα πάνω στην ζυγαριά και μου την βγάζει ένα κιλό παραπάνω απ’ ότι την είχα μετρήσει, αλλά κάτω από το όριο. Ωχ, σκέφτομαι. Βάζω τη μεγάλη, “Ωχ”, λέει η υπάλληλος. Αλλά δεν λέει κάτι, βάζει ένα sticker “Very heavy” και συνεχίζει τη διαδικασία. Μας λέει “α οι θέσεις σας δεν είναι δίπλα δίπλα!”. Της λέω ότι είχα κάνει reserve θέσεις ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο (και τις είχα πληρώσει), καθώς κάνω αέρα στην Σταυρούλα που περνάει ένα ελαφρύ καρδιακό. Ψάχνω μανιοδώς στα mail μου για αποδεικτικά στοιχεία, αλλά όταν κάνεις reserve θέσεις, το email από την BΑ λέει απλά ότι άλλαξες το reservation, κι όχι ποιες είναι οι θέσεις. Οπότε αποδεικτικά στοιχεία γιοκ. Τελικά η υπάλληλος, μια συμπαθητική μεσήλικη μαυρούλα που θα ήθελα πολύ να είχα για θεία αν ήμουν αμερικανός-μαύρος-που-ζούσε-στην-αμερική-στις-νότιες-πολιτείες, βρίσκει ελεύθερες θέσεις δίπλα-δίπλα και τις αλλάζει. Μας χαιρετάει δίνοντάς μας οδηγίες για το business lounge. Της εξηγώ ότι είμαστε απλά bronze, δεν έχουμε business class εισιτήρια. Και μας λέει “όχι, όχι, έχετε”. Say what now? Απ’ ότι φαίνεται δεν κάνει μόνο η American Airlines overbook τα αεροπλάνα της (είχαμε γίνει upgraded και στο έλα), με αποτέλεσμα κάποιοι από economy να γίνουν upgraded σε premium, από premium προς business και πιθανότατα από business first. Υποθέτω ότι κάποιος από first πλέον πετάει το αεροπλάνο. Μετά τα high fives, κατευθυνθήκαμε στο lounge. 

Το terminal 7 του JFK είναι σχεδόν αποκλειστικά BA οπότε το lounge είναι μεγάλο. Όπως όλα τα lounges της BA είναι μέτριο. Δυστυχώς, σε αντίθεση με τα άλλα, αυτό δεν είχε καν καλό φαγητό. Είχαμε επιλογή για à la carte dining, αλλά δεν είχαμε τη διάθεση γιατί ήταν λίγο φασαρία. Τελικά έκανα την καρδιά μου πέτρα και αρκέστηκα σε chicken wings, mac n’ cheese, wasabi peanuts και ουίσκυ. Η Σταυρούλα έπνιξε τη θλίψη της στα artisanal (γιατί έτσι τα λένε πλέον) chips. Νομίζω ότι κάθε φορά που είμαι σε lounge βλέπω πάντα μια τύπισσα που έχει έρθει με τις πυτζάμες της. Κάποια πλούσια που την έφερε ο σοφέρ κατευθείαν στο lounge, γιατί αν είχε βγει στον δρόμο έτσι θα είχε φτάσει καλυμμένη με αυγά και σάπια λαχανικά. Η συγκεκριμένη ήταν από την κορυφή ως τα νύχια μωβ. Μωβ πυτζάμες. Εξ’ ίσου διασκεδαστικό ήταν το ηλικιωμένο ζευγάρι που χτυπούσε τις βότκες τη μια πίσω από την άλλη. Το ξέρω γιατί συναντιόμασταν στo bar για τα refills.

Η business της BA χρησιμοποιεί τα παλιά καθίσματα που πάνε εναλλάξ το ένα μπρος, το άλλο πίσω. Δεν θεωρούνται καλές θέσεις (ήταν από τα πρώτα κρεβάτια σε αεροπλάνο) αλλά εμένα μ’ αρέσουν πολύ, γιατί είναι τέλειες για ζευγάρια. Στην American Airlines μετά βίας μπορούσα να δω τη Σταυρούλα. Στην BA την έβλεπα σε όλη τη διαδρομή. Επίσης, κοιτούσε στην αντίθετη κατεύθυνση, οπότε όταν της έφερναν φαγητό ερχόταν από πίσω ξαφνικά μπροστά της και κάθε φορά τρόμαζε. What’s not to like? Κατά τη διάρκεια της πτήσης διάβαζα το Permanent Record του Snowden. Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, εντυπωσιακά γραμμένο από έναν τόσο νέο άνθρωπο. Το φαγητό (και ξέρω ότι για βρετανική εταιρία είναι παράδοξο) ήταν πολύ καλό. Ψάρι σε αεροπλάνο τόσο juicy είναι πολύ δύσκολο. Και μετά το κρασί και το ουίσκυ, ήμουν έτοιμος για νάνι. Κοιμήθηκα σαν βοδάκι μέχρι 40 λεπτά πριν την προσγείωση. Δεν επιλέξαμε να πάρουμε πρωινό, ο ύπνος ήταν πιο σημαντικός. Με το που ξύπνησα έψαξα να βρω το κινητό μου. Δεν θυμόμουν που το είχα βάλει, και δεν ήταν εκεί που θα το περίμενα. Πανικός. Ψάχνω την τσάντα μου, στις τσέπες που το βάζω συνήθως. Πουθενά. Ψάχνω κάτι από την καρέκλα, τίποτα, Ψάχνω αν παράπεσε κάπου. Τίποτα. Με βλέπει ένας αεροσυνοδός και αρχίζει να ψάχνει κι αυτός. Βγάζει έναν φακό και αρχίζει να κοιτάει μήπως και χώθηκε ανάμεσα στα μαξιλάρια. Δεν το βλέπει σε εμφανές μέρος, οπότε αρχίζει να τραβάει τα μαξιλάρια και να ξεκολλάει ουσιαστικά το κάθισμα από το μέταλλο. Πουθενά το κινητό. Ξαναψάχνω την τσάντα μου, σε μια τσέπη που είναι για μπουκάλι νερό και το βρίσκω… Του είπα πιστεύω αρκετές συγνώμες, αλλά το ύφος του ήταν ένα “ε είσαι μαλάκας” σε αγγλική βερζιόν. Μετά του ξαναείπα συγνώμη. Μετά από αυτή την ιστορία ευτυχώς δεν μου συνέβει τίποτα άλλο. Γιατί και το διαβατήριό μου να έχανα, θα σκεφτόμουν “δε γαμιέται, θα πάω στην πρεσβεία”. 

Η πτήση έφυγε από Νέα Υόρκη 9.45 το βράδυ, και έφτασε Λονδίνο στις 9 το πρωί (6.5 ώρες + διαφορά ώρας). Η πτήση από Λονδίνο για Λουξεμβούργο ήταν στις 5 το απόγευμα, και εμείς δεν είχαμε lounge access, γιατί η δεύτερη πτήση δεν είχε γίνει upgraded. Αλλά η BA έχει arrival lounge στο terminal 5 στο Heathrow. Αν πετάς long haul (όχι ενδοευρωπαϊκά), μπορείς να πας εκεί μετά τη πτήση σου και να κάνεις ένα ντους, να φας πρωινό και να φύγεις φρέσκος για τη δουλειά σου. Ή αν έχεις το connection time της κολάσεως, και economy εισιτήριο, να πας και να λιώσεις το κορμί σου μέχρι να σε πετάξουν έξω. Ένιωσα καλύτερα όταν μπήκαμε και είδα μια τύπισσα που είχε βουτήξει την κουβέρτα από το αεροπλάνο και κοιμόταν σκεπασμένη στον καναπέ. Ένιωσα χειρότερα όταν πήγε να κάνει ντους και άφησε το κινητό της να χτυπάει το ξυπνητήρι για 20 λεπτά. Τα αυτιά μου είχαν βουλώσει και μετά βίας το άκουγα. Η Σταυρούλα το απήλαυσε περισσότερο. Ευτυχώς το Elemis spa προσφέρει 15λεπτα δωρεάν μασάζ. Και όπως συμβαίνει συνήθως, η Σταυρούλα πρόλαβε να κάνει κολλητιλίκια με την μασέζ. To lounge ήταν ήρεμο, αλλά για να πάμε είχαμε βγει από το security area. Δηλαδή για να φύγουμε θα έπρεπε να περάσουμε πάλι από τον έλεγχο, κάνα μισάωρο υπόθεση. Με την εναλλακτική να είναι Starbucks για 8 ώρες, δεν μας πείραξε πολύ. Τελείωσα το βιβλίο του Snowden και πέρασα την τελευταία μια ώρα κοιτώντας το κινητό μου προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω την ύπαρξή μου. Είχε πάει 1, το lounge έκλεινε στις 2 το μεσημέρι (είναι arrival lounge) και η κούραση είχε σαν αποτέλεσμα να περπατάω και να ζαλίζομαι. Googlάροντας διάφορα και άσχετα μου πέρασε μια σκέψη από το μυαλό: λες το business class της πρώτης πτήσης να είναι τόσο γαμάτο που να μπορούμε να μπούμε και στο lounge του connection, παρ’ ολο που η επόμενη πτήση είναι economy; Λες να ήμουν μπετόβλακας και τσάμπα πήγαμε στο ενδιάμεσο lounge; Και τσάμπα θα ξαναπεράσουμε security;

Όλα αυτά τα γράφω από το κανονικό departure lounge της BA οπότε η απάντηση ήταν “ναι, μαλάκα”. Σε μελλοντικό χρόνο θα υποστηρίξω ότι ήταν όλα προσχεδιασμένα για να έχουμε πολλαπλές εμπειρίες, κι ότι το tour αυτό των διαφορετικών lounge είχε κάποιο νόημα. Προς το παρόν μασαμπουκιάζω το πολύ καλό φαγητό, πίνω το πολύ καλό κρασί, και γράφω αυτές τις γραμμές. Η πτήση θα φύγει σε μια ώρα και θα φτάσει Λουξεμβούργο στις 7.30 το βράδυ.

Δεν ζούμε σε κενό

Δεν ζούμε σε κενό. Και δεν ζούμε μόνοι μας, όσο κι αν το θέλουμε, όσο κι αν το φοβόμαστε. Για τους περισσότερους από εμάς, για την συντριπτική πλειοψηφία, υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται και μας αγαπάνε. Το οποίο συχνά είναι καλό και κακό. Κι είμαι σίγουρος ότι όχι μόνο εισπράττουμε τα καλά, αλλά με περίσσεια ανασφάλεια διεκδικούμε ακόμα περισσότερα από αυτά που μας πρέπει. Μέχρι την ώρα που θα ‘ρθουν οι άλλοι να μας θυμίσουν ότι το να μην είσαι μόνος έχει κι άλλη πλευρά. Δεν ζεις μόνο για σένα. Ζεις και για τους άλλους.

Είναι λίγο τρομακτικό, είναι μια αλλαγή κοσμοθεωρίας η συνειδητοποίηση ότι το τομάρι μας κι όλα τα πράγματα που του κάνουμε, είναι και υπόθεση άλλων. Οι συγγενείς, οι φίλοι. Οι γονείς, τα αδέλφια. Και πάνω απ’ όλα οι σύντροφοι και τα παιδιά. Δεν σου ανήκει το σώμα σου. Δεν είναι για σένα να το μεταχειριστείς όπως θες. Δεν ξέρεις εσύ καλύτερα. Και θα ανησυχεί όποιος νιώθει ότι πρέπει να ανησυχεί, γιατί αυτό είναι το κόστος που πληρώνουμε επιλέγοντας να μη ζούμε στην κορυφή ενός βουνού. 

Επιλέγοντας να είμαστε μέλη της κοινωνίας. Επιλέγοντας να έχουμε φίλους. Επιλέγοντας να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά. Επιλέγοντας στα 18 μας να μην μπαρκάρουμε προς ένα μακρινό λιμάνι με σκοπό να κόψουμε κάθε επικοινωνία με γονείς και φίλους, και να ζήσουμε ως άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Κι επειδή δεν το επιλέξαμε αυτό, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως ότι κάνουμε αφορά και τους ανθρώπους γύρω μας.

Δεν μπορείς να ζητήσεις από κάποιον που σε αγαπάει να μην ενδιαφέρεται. Δεν μπορείς να δικαιολογήσεις όλες τις επιλογές σου στους άλλους, γιατί οι άλλοι είναι διαφορετικοί από σένα. Αλλά συνεχίζεις να μοιράζεσαι με όλους αυτούς κάτι το κοινό: εσένα. Είναι δύσκολο να αποδεχτούμε το ότι οποιαδήποτε απόφασή μας που νομίζαμε ότι επηρεάζει μόνο εμάς, στην πράξη επηρεάζει πολλούς άλλους ανθρώπους. Αλλά είναι μια σοφή και απαραίτητη αποδοχή, για μια πραγματική και σοβαρή ευθύνη.